Συναδέλφισσες και συνάδελφοι στη Γενική Ταχυδρομική,

Τα όσα συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα στους χώρους δουλειάς της εταιρείας δεν αφήνουν κανένα περιθώριο εφησυχασμού. Κοινός παρονομαστής: ξεζούμισμα των εργαζομένων μέχρι την τελευταία ικμάδα και, όταν δεν είναι πια «χρήσιμοι», πέταγμα στην ανεργία με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Ταυτόχρονα, η εργοδοσία μεθοδεύει συστηματικά ένα κλίμα φόβου και τρομοκρατίας μέσα στους χώρους δουλειάς. Η παρακολούθηση με κάθε μέσο (κάμερες, GPS κ.λπ.), η συνεχής «αξιολόγηση» και η καλλιέργεια της ανασφάλειας λειτουργούν ως εργαλεία πίεσης, ώστε ο εργαζόμενος να βρίσκεται διαρκώς υπό έλεγχο και να φοβάται ότι μπορεί να βρεθεί εκτός δουλειάς ανά πάσα στιγμή. Τα κριτήρια της «αξιολόγησης» είναι μεταβαλλόμενα, προσαρμοσμένα κάθε φορά στις ανάγκες της εργοδοσίας, για να εντείνουν τους ρυθμούς δουλειάς και να επιβάλλουν σιωπή. Η συνεχής επιτήρηση και καταγραφή ενισχύει την πίεση, με στόχο την πειθάρχηση, την εντατικοποίηση και την υποταγή, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι εργαζόμενοι θα δουλεύουν περισσότερο, πιο γρήγορα και με λιγότερες απαιτήσεις, υπό τη διαρκή απειλή της απόλυσης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αξιοποίηση των δίμηνων συμβάσεων με τις οποίες προσλαμβάνονται και απολύονται διαρκώς δεκάδες εργαζόμενοι ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση συναδέλφου που προσλήφθηκε με τέτοια σύμβαση, με την υπόσχεση μετατροπής της σε αορίστου χρόνου μετά από διαδοχικές ανανεώσεις. Στην πράξη, κρατήθηκε σε καθεστώς ομηρίας, με προφορικές «ανανεώσεις» χωρίς ποτέ να υπογράφει κάτι, μέχρι που του ανακοινώθηκε, όπως και σε πολλούς άλλους συναδέλφους τους τελευταίους μήνες, ότι «δεν ανανεώνεται»· δηλαδή στην πραγματικότητα απολύεται καθώς όπως μας βεβαιώθηκε και από την αρμόδια επιθεώρηση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 671 του αστικού κώδικα «Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης».

Δηλαδή η εργοδοσία, επιχειρεί να βαφτίζει τον εργαζόμενο «ό,τι τη βολεύει» κάθε στιγμή, ώστε να τον ξεφορτώνεται χωρίς υποχρεώσεις. Μόνο μετά από παρέμβαση και διεκδίκηση ο συνάδελφος κατάφερε να επιστρέψει στη δουλειά του.

Η περίπτωση αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Υπάρχουν και άλλοι εργαζόμενοι με δίμηνες συμβάσεις, που κρατιούνται σε αναμονή με την «ελπίδα» της μετατροπής σε αορίστου χρόνου. Όμως αποδεικνύεται ότι οι υποσχέσεις της εργοδοσίας αξιοποιούνται για να καλλιεργούν προσδοκίες, να εξασφαλίζουν φθηνό, ευέλικτο και πλήρως ελεγχόμενο εργατικό δυναμικό.

Επιβεβαιώνεται πως οι ελαστικές και ευέλικτες σχέσεις εργασίας είναι κομμένες και ραμμένες στα μέτρα της εργοδοσίας, για να αξιοποιεί τους εργαζόμενους χωρίς δεσμεύσεις, να τους κρατά σε διαρκή ομηρία και να τους απομακρύνει όποτε και όπως τη συμφέρει.

Αυτή η κατάσταση αποτυπώνεται στις συνθήκες εργασίας των οδηγών και εσωτερικών που η καθημερινότητα τους έχει γίνει «λάστιχο». Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για πρακτικές που επεκτείνονται και εντείνονται. Χαρακτηριστική, και από τις πιο τραβηγμένες περιπτώσεις, είναι αυτή που αφορά ορισμένους οδηγούς διανομείς, οι οποίοι καλούνται να ξεκινούν τη βάρδια τους από το ΚΔΑ στου Ρέντη, να μετακινούνται σε διαφορετικά καταστήματα σε όλο το Λεκανοπέδιο για να φορτωθούν δρομολόγια, να επιστρέφουν για ξεχρέωση και στο τέλος να γυρνούν ξανά στο σημείο εκκίνησης για να «κλείσουν» τη βάρδια τους. Ένα καθημερινό πήγαινε-έλα χωρίς τέλος, που δεν έχει καμία σχέση με οργάνωση της δουλειάς, αλλά αποτελεί συνειδητή επιλογή εντατικοποίησης και εξάντλησης αλλά και παραδειγματισμό για όποιον και όποια μιλάει.

Αναρωτιόμαστε αν μετά θα πέσει κάνεις από τα σύννεφα όταν θα γίνει κάποιο σοβαρό ατύχημα σε διανομέα οδηγό ή σε εσωτερικό με το εκρηκτικό μείγμα εντατικοποίησης, απειλών, σωματικής και ψυχολογικής εξάντλησης να διαμορφώνει τις ιδανικές συνθήκες εργατικού ατυχήματος..

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΡΑ

Κανείς συνάδελφος σε καθεστώς ανασφάλειας, εξάντλησης, τρομοκράτησης, καταπάτησης των δικαιωμάτων του.

Κανένας μόνος του απέναντι στην εργοδοσία. Να σπάσει το κλίμα αναμονής και αυταπάτης. Να διεκδικήσουμε συλλογικά το αυτονόητο: σταθερή δουλειά με δικαιώματα, υπογραφή συμβάσεων αορίστου χρόνου για όλους τους εργαζόμενους, κατάργηση των ελαστικών μορφών απασχόλησης που μας κρατούν ομήρους.

Η εικόνα αυτή δεν περιορίζεται στη Γενική Ταχυδρομική, αλλά εντάσσεται σε μια συνολικότερη επίθεση που εξελίσσεται σε όλο τον κλάδο των ταχυμεταφορών, κι όχι μόνο. Ζούμε σε μια περίοδο όπου η επίθεση απέναντι στους εργαζόμενους γενικεύεται και εντείνεται. Σε συνθήκες που οξύνονται οι ανταγωνισμοί και οι πολεμικές συγκρούσεις διεθνώς, κυβέρνηση και εργοδοσία αξιοποιούν την κατάσταση για να φορτώσουν νέα βάρη στις πλάτες μας, να τσακίσουν ό,τι έχει απομείνει από δικαιώματα και κατακτήσεις. Την ίδια ώρα που η ακρίβεια σε καύσιμα, ρεύμα και βασικά αγαθά πνίγει τα εργατικά – λαϊκά νοικοκυριά, μας θέλουν σιωπηλούς, φοβισμένους, με σκυμμένο το κεφάλι. Αυτός ο «άλλος πόλεμος» διεξάγεται καθημερινά μέσα στους χώρους δουλειάς. Έχει κόστος τη δουλειά μας, την υγεία μας από την εντατικοποίηση και τις εξαντλητικές συνθήκες, ακόμη και την ίδια μας τη ζωή.

Συνάδελφοι, απέναντι σε αυτή την κατάσταση, τον πόλεμο που έχει ανοίξει η εργοδοσία εναντίον μας δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την ενότητα, την οργάνωση και τον αγώνα. Η επίθεση της εργοδοσίας στον κλάδο απαιτεί συντονισμένη απάντηση από όλους τους εργαζόμενους.

Καλούμε όλους τους συναδέλφους να μη μείνουν μόνοι, να συσπειρωθούν στο ΣΕΤΤΑ, να δυναμώσουν τη συλλογική πάλη απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία και τρομοκρατία.